|
Η ακοή...Η όραση....Η γεύση... αρκούν Η άνοιξη έρχεται και ξανάρχεται κάθε ¶νοιξη. Αδιάκοπα περνά και ξαναπερνά για να γλιστρήσει γλυκά στο μέτωπό μας, για να μπει μέσα στα ρουθούνια μας. Και όλα αυτά για να ξαπλώσει την πολύχρωμη, φανταχτερή της σάρκα γύρω-τριγύρω από τις γκρίζες πόλεις μας. Εμείς τρέχουμε να τη συναντήσουμε στους αγρούς, να πάρουμε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της, νομίζοντας έτσι πως την κάνουμε να περάσει το κατώφλι μας και πως την περιποιούμαστε, ώστε να μείνει μαζί μας –τουλάχιστον ως το τέλος του δείπνου. Η άνοιξη έρχεται και ξανάρχεται και μας βρίσκει πάντα πρόθυμους, πάντα ξεσηκωμένους, λες και την περιμέναμε τρία τρίμηνα, όσο δηλαδή ήμασταν ελεύθεροι. Έτσι κι αλλιώς τόσο διαρκεί η ελευθερία μας. Ως το πρώτο κλάμα. Η ¶νοιξη όμως είναι εδώ και εμείς είμαστε τώρα. Έχουμε ήδη ζήσει την ελευθερία και θα ’πρεπε να τη διατηρήσουμε, όχι να τρέχουμε να την αποκτήσουμε. Κοιτάμε γύρω-τριγύρω, παντού άνοιξη, παντού, πάντα και τώρα. Μας έχει χαϊδέψει το μέτωπο, έχει σφηνώσει στα ρουθούνια μας, και εμείς το μόνο που καταφέραμε ένα δείπνο, σχεδόν μαζί της.
«Ε όχι, δεν είναι δυνατόν, πρέπει να μας αντέξει και να μας αγαπήσει! Πρέπει να κατέβει ως την πόλη μας, να περπατήσει τα δικά μας πεζοδρόμια και να διασχίσει τους δικούς μας δρόμους. Να κοιμηθεί κάτω απ’ τα δικά μας γυμνά δέντρα, με τον λιγοστό καυτό ίσκιο και να πιει νερό από τους υπονόμους μας. Πρέπει η άνοιξη να περάσει το κατώφλι μας και να πάρει από τη δικιά μας γεύση, προσφέροντας τα δώρα της στην αγκαλιά μας ως φιλοξενούμενη και όχι ως Κυρά», φωνάζουμε. Εδώ, και τώρα, εμείς φτάνουμε στην ¶νοιξη. Εμείς ερχόμαστε και ξαναρχόμαστε όποτε πρέπει, ίσως κάθε τέταρτο τρίμηνο, μπορεί και συχνότερα. Εμείς αποφασίζαμε για εμάς, αλλά τώρα και για αυτήν. Και είναι τώρα που οι ρόλοι αντιστρέφονται. Εμείς ορίζουμε την ελευθερία, άρα εμείς ορίζουμε και την ελευθερία της. Παλιότερα ντύναμε τις πόλεις μας γκρίζες και εγκλωβίζαμε τα αρώματά της στα στενά μας σαλόνια, τώρα λοιπόν δεν θα ξανανθίσει ποτέ πια μακριά μας. Την αγαπάμε τόσο που θα την περιορίσουμε στην έκταση της αγκαλιάς μας, θα καρφώσουμε σφιχτά τα δόντια μας στον λαιμό της και θα τη σφίξουμε –θα τη σφίξουμε –θα τη σφίξουμε, μέχρι να ανήκει σε εμάς, μέχρι η σάρκα της να βάψει το πουκάμισό μας. Μα όσο και να αφηνιάζουμε αυτή στέκεται και ακούει απαθής, με έναν τόνο υπεροψίας πάνω απ’ το αριστερό φρύδι. Κι όμως, δεν γίνεται, πρέπει να μας ακούει, πρέπει να μας καταλαβαίνει, αφού είναι γύρω-τριγύρω. Κι όμως, δείχνει να μην την αγγίζουμε, κι ας τη φτάνουμε, κι ας την ακουμπάμε, κι ας μαζεύουμε από κάτω τη βλεφαρίδα που μόλις της έπεσε, κι ας τραβώντας με βία της ξεριζώνουμε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της. Πρέπει να μας ακούει, γιατί φωνάζουμε. Γιατί την προσκαλούμε γράφοντας το όνομα της με σπρέι πάνω στον κάθε τοίχο. Γιατί την ζητωκραυγάζουμε κατεβαίνοντας σε πορεία σφιχταγκαλιασμένοι, δένοντας αλυσίδα τα χέρια μας. Κι αυτό συνέχεια και κάθε ¶νοιξη. Ξεριζώνουμε τα οδοστρώματα μήπως και αναδυθεί κάτω απ’ την άσφαλτο. Εκσφενδονίζουμε κομμάτια μπετό, λιθοβολώντας άλλα κομμάτια της ιδίας σύστασης, μήπως και ξεχυθεί μέσα από τις ρωγμές. Και ο χρόνος είναι τώρα. Τώρα μας ακούει και μας βλέπει να προσπαθούμε να την περικυκλώσουμε, μα είναι γύρω-τριγύρω. Τώρα προσπαθούμε να την απαγάγουμε και να την κάνουμε δικιά μας? μα αφού την αναπνέουμε. Έχει αρχίζει να κουράζει αυτό το αέναο κυνήγι. Αυτό το τσαλαπάτημα και το σπρώξιμο. Εκείνη να γεμίζει με αέρα τα πνευμόνια μας και εμείς να τη φυσάμε άθελά μας έξω. Και κάθε τώρα τη θέλουμε. Ε λοιπόν, θα κρατήσουμε την αναπνοή μας μέχρι να την πνίξουμε μέσα μας. Θα κρατήσουμε την αναπνοή μας κι ας λερώσουμε και οι δυο τα πουκάμισά μας, και εμείς και αυτή. Κι όμως. Απρόσμενο. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να βρει διέξοδο από μέσα μας και να απελευθερωθεί. Τώρα με την πραγματική υπεροψία στα μάτια θα υπάρξει μόνη της –ή μάλλον θα υπάρχουμε πλέον χωρίς αυτήν. Με σκυμμένο το κεφάλι, εμείς θα της παραδώσουμε τα γκρίζα μας ρούχα για να κρύψει το πολύχρωμο κορμί της. Απ’ ό,τι συγκρατήσαμε στα τελευταία της λόγια, είπε πως θα πάει να βρει τον εαυτό της πλέον, πάνω από τους τοίχους της πόλης, σ’ αυτούς που αντί να εκσφενδονίζουμε τα αρώματα της, γδέρναμε με μανία τα αρχικά της. Δεν πιστεύει πια. Δεν μας πιστεύει. Και τώρα που χάνεται πάνω απ’ τα σύννεφα, εκεί που θα ξεκουράζεται στις ράχες των πουλιών, τώρα νιώσαμε τον φόβο της αχρωματοψίας μας και την ανάγκη της αγκαλιάς, όποιας αγκαλιάς κι αν είναι. Της πλησιέστερης. Το τώρα κόπασε, αλλά και να ξανάρθει δεν θα είναι ποτέ πια το ίδιο. Ξεριζώσαμε την καρδιά από μέσα μας για να την πετάξουμε στον βυθό χωρίς να την αναζητήσουμε, σαν να χάσαμε τον σταυρό. Είχαμε την ελευθερία στα χέρια μας και την ακουμπήσαμε στα πεζοδρόμια για να γεμίσουμε τις χούφτες μας πέτρες, να χτυπήσουμε τα δήθεν δεσμά μας. Νιώθουμε σαν τη φύση μας, που δεν προφταίνει να αγαπήσει τη νιότη της προτού περάσει. Τα μάτια μας γέρνουν εξασθενημένα και παρακαλούν τον ύπνο να τα σφαλίσει. Από πάνω απ’ τα σύννεφα ακούγονται άμορφες φωνές που πιθανότατα ξεπηδούν από εφιαλτικά όνειρα, και μετά… ένα βαρύ ροχαλητό. Ακόμα και η άνοιξη κουράστηκε.
Σχόλιο: Μπάμπης Τζανιδάκης Πηγη: 'Ποσιμον Υδωρ' |